Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

"τσακισμένες σελίδες"


"Τσακισμένες σελίδες" 

Φωτογραφία Θάνος Χαρίσης 


 ποιήματα
του
Τάσου Ορφανίδη






ISBN : 978-618-5140-09-0

Copyright
Ποιημάτων :   Αναστάσιος Ορφανίδης
Ελ. Βενιζέλου 23
55438 Θεσσαλονίκη
Τηλ. 6948388347

1η  Έκδοση
 Ιούνιος 2015


Απαγορεύεται η αναδημοσίευση και η αναπαραγωγή μέρους ή όλων των ποιημάτων, με οποιονδήποτε τρόπο, στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση.





σημείωμα 

Ο Τάσος Ορφανίδης γεννήθηκε το 1952 στην Θεσσαλονίκη. Εργάσθηκε σε διάφορες τράπεζες της πόλης, ενώ την ένταση της δουλειάς αποσυμπίεζε με τα κείμενα και ποιήματα που έγραφε. 

Τα ποιήματα αυτής της έκδοσης μαζί με άλλα που περιμένουν την επόμενη έκδοση τους έχουν γραφεί την τελευταία περίοδο 2014-2015.

Έχει γράψει επίσης το 2015 ένα μυθιστόρημα , με τίτλο «αν γνώριζα παιδί μου» .Θέμα του τα ορυχεία της ΔΕΗ και την ζωή που βιώνουν εργαζόμενοι- κάτοικοι μέσα και γύρω από αυτά.

Λάτρης του βουνού ανέβηκε σε αρκετές κορυφές, ενώ κατέγραψε τις εμπειρίες του σε  οδοιπορικά που φιλοξένησε στα blog του.

Είναι blogger και  διαχειρίζεται τις παρακάτω ιστοσελίδες:



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ






"ΤΟ ΜΠΡΟΥΣΚΟ ΤΟ ΠΙΟΤΙ "



Όταν αφήναμε τα μυστικά μας να δέσουν  στο παλιό κρασί,

εμείς τα σιγοκαίγαμε, τσουγκρίζαμε και κλαίγαμε.



«ΤΟ ΗΠΙΑ ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΟΥ» 

τώρα που αγκυροβόλησα δεν αφήνω το απάνεμο λιμάνι μου ,
το συνήθισα 

κι ας πάει το παλιάμπελο ,το ήπια το κρασί του.



"ΠΛΑΝΕΥΤΗΚΑΝ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ"

Έσπασε το κύμα στον βράχο
κι ακούστηκαν οι αναστεναγμοί, 
που κουβαλούσε μαζί του.
Κι αγκομαχητά  που μπερδεύτηκαν, 
με το πρωινό ανοιξιάτικο κελάρυσμα.

ρούχα πεταμένα , μια πάνα μωρού,
πιο πέρα κι ένα μπιμπερό. 
δεν συστήθηκαν με την ξαπλώστρα στην βεράντα 
και το άρωμα απ’ την τριανταφυλλιά.

Χάθηκε ο ήλιος,
κρύφτηκε πίσω απ’ τα σκεπάσματα
π' απλώθηκαν στο κύμα. 

Κι η επαφή με την ζωή που ήξεραν,
χάθηκε κι αυτή.

Χάθηκε και το φεγγάρι,  
πλανεύτηκε στα όνειρα. 


(για τους πρόσφυγες που χάθηκαν στα κύματα)



"ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ" 


Άργησες, εκεί που σε περίμενα ,
ήταν νύχτα, το φεγγάρι χάθηκε
κι εγώ απελπισμένα,
κοιτούσα το ρολόι 
δεν ήθελα να πάει με το φεγγάρι.

Νομίζω ότι  είδα ένα αγριολούλουδο,
να φυτρώνει στον πεζόδρομο 
κι ένα σαλίγκαρο, με την βροχή να φέρνει βόλτες. 

γνώριμοι μου φάνηκαν και τους χαιρέτησα.

(για τις καθημερινές σχέσεις)
Φωτογραφία Θάνος Χαρίσης 




«ΞΕΘΥΜΑΣΜΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ»

Ξεθυμασμένα μυστικά,
τα σέρβιρε η θάλασσα στο έτοιμο τραπέζι.
Συμπληρωμένο  με όνειρα θαλασσινούς μεζέδες,
τα μεθυσμένα βήματα για  να προϋπαντήσουν,
που στ’ ακρογιάλι ξέμειναν, απόσταγμα μιας μέθης.
Δεν πρόσεξαν τ’ ασημικά, απ’ του ουρανού τα άστρα,
μα ούτε τα στολίδια από θαλασσινά κοχύλια.
δεν είδαν βρώμια ψαρικά μα ούτε και σκουπίδια,
στήσανε μονάχα τον χορό στα κύματα της θάλασσας με νότες,
από  ιστορίες θαλασσινές και ξεχασμένα όνειρα,
που βάραιναν από θύελλες και στοίχειωσαν με καταιγίδες.
Έφθασε κάποτε η λησμονιά, στης θύρας τ’ ακρογιάλι.
Δεν κόντεψαν τα όνειρα, πνίγηκαν μεσ' το πιοτό 
σαν μπήκαν  στο λιμάνι.
Στεφάνωσαν τα μυστικά για να χαθούν στην άμμο.
Χάθηκε τ’ αποτύπωμα μα  στέρεψε  το δάκρυ.
Άρχισαν οι αστραπές τους κεραυνούς να νιώσουν.

Αγρίεψε η θάλασσα ζητά το μερτικό της.
Δεν έχει άλλα δανεικά τα δώρα είναι δικά της, 
αυτή τα πρόσφερε σιμά αυτή και θα τα πάρει.
άλλοτε θα δώσει απανεμιά 
κι άλλοτε  φουρτούνα.
ότι αγκάλιασε σφιχτά θα είναι μοναδικό της,
ότι λησμόνησε γλυκά το πρόσφερε για δώρο,
το όνειρο να ονειρευτεί και μυστικά να δώσει,
δώρα μονάχα λησμονιάς αντάλλαγμα δικό της.
  στο μόλο δέσαμε γερά σ' αυτό το  ακρογιάλι.
ξεθυμασμένα μυστικά σε φιλικό  λιμάνι.


(Για την ανάγκη που έχει ο άνθρωπος να βρει τ’ απάγκιο του)


Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού



"ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ" 


Αυτή η νύχτα μ’ έβρισκε τρομαγμένο.
Χωμένο στα σκεπάσματα,
να φοβάμαι να βγάλω έξω το κεφάλι. 
Άλλοτε απ’ το κρύο σηκωνόταν η τρίχα στο μαλλί
κι άλλοτε να χτυπάνε τα παντζούρια δυνατά,
καλώντας  τα φαντάσματα της νύχτας.

Κι εγώ λούφαξα φοβισμένος ,
χωμένος κάπου εκεί δίπλα,
να κλέψω κάτι απ’ την νύχτα αυτή.

Αν έκανα την κίνηση να πιάσω το  βιβλίο  στο κομοδίνο,
αυτό μ ’έπαιρνε απ’ το χέρι και με ταξίδευε,
σε μέρη που μου φέρνανε γαλήνη.
Έδιωχνα τον φόβο έβλεπα φως στο δωμάτιο.
Πετάγονταν μέσα από τις σελίδες  φατσούλες
να κάνουνε φάρσες να στήνουν χορό.
Βιολιά, κιθάρες, πνευστά.
Τι να φοβάμαι όμως απ’ αυτά;
Δεν κρύωνα πια.
Δεν έβλεπα φαντάσματα.

Τα παντζούρια ήταν στην θέση τους.
και το μαλλί χτενισμένο, με μια χωρίστρα στην μέση.

Κάποιος με φρόντισε σκέφτηκα .,   


(αφιερωμένο στην κόρη μου Λουκία)

Φωτογραφία Θάνος Χαρίσης




 "ΔΕΝΔΡΟ ΣΤΟΛΙΣΜΕΝΟ ΜΕ ΠΑΙΔΙΚΗ ΧΑΡΑ "

Ν' ανατρέψω την μαυρίλα σε φως, την λύπη σε χαρά, συναισθήματα να βάλω για στολίδια και να του δώσω παιδική χαρά.

στην κορυφή του ένα λαμπερό άστρο, γύρω του ν' ακούγονται παιδικές φωνές,
σκοινί να ρίξω στα κλαδιά του, μια μικρή κούνια να κρεμάσω,
για φύλλα να δέσω σελίδες πλημμυρισμένες  με ποιήματα, ευχές ,επιθυμίες,
και υποσχέσεις.

για την παρέα να μαζέψω τις φωτογραφίες των παιδικών χρόνων και τις πιο χαρούμενες να τις κρεμάσω,  να γεμίσει το δένδρο με φατσούλες,
με σκέψεις ,με φωνές κι όλα θα γίνουν χαρούμενα .

Θα χω ξεχάσει ότι έχασα την δουλειά μου από χθες,
θα το θυμηθώ αύριο χωρίς το δένδρο της φαντασίας.
να γαληνέψει πρώτα η θάλασσα της.
(Στην φίλη μου Βερονίκη με λίγο χρώμα παιδικής χαράς )
  


«ΚΑΛΗ ΚΑΡΔΙΑ»

Θα δώσω γι’ αντάλλαγμα, δέκα πίκρες για μια χαρά
ν αφήσω λεύτερη την καρδιά.
Δέκα πόνους για μια άνοιξη, μικρή χαρά.

"ΚΑΡΔΙΑΚΟΣ ΦΙΛΟΣ"


Αμφέβαλα για τις περιστάσεις και ονειρεύτηκα.
όταν βγήκα για να πάρω τις ανάσες μου,
έγινα καρδιακός φίλος. 
κι όμως δεν χωρατεύω ,
φύλαξα μπόλικη αγάπη αλλά δεν έφθασε.
η ανάγκη είχε την κορύφωση της και επανήλθε,
στα φυλαχτά για ένα κρυφό κομμάτι.
κι ας λέγεται απελπισμένα αγάπη.


(συναισθηματική αναγνώριση) 


«ΣΤΟ ΟΡΥΧΕΙΟ»


γίναμε γνώριμοι με τον γιατρό μου , 
όταν θα γίνουμε φίλοι θ’ ανησυχήσω. 
η μάνα στο σπίτι κι οι φίλοι στην δουλειά ρωτάνε,
"πήρες τα φάρμακα σου;" 
Κι εγώ αποκρίνομαι , 
"την επόμενη φορά που θ' ανατείλει ο ήλιος ".

( από το μυθιστόρημα μου « αν γνώριζα παιδί μου»)


Φωτογραφία Γρηγόρης Δάλλης




"ΑΠΩΛΕΙΕΣ"

Είχα μπροστά μου την απώλεια
κι εγώ ήμουνα περήφανος,
για την ύπαρξη μου.

Θαύμαζα τον εαυτόν μου,
αλλά δεν κατάλαβα ποτέ,
γιατί γέμισα απώλειες.

¨Όταν αντίκρισα το βλέμμα τους
στραμμένο σε  αντίθετη κατεύθυνση,
τότε κοίταξα τον εαυτόν μου
και τον λυπήθηκα.

Όταν η απώλεια μ’ επισκέφθηκε,
ένιωσα να με αμφισβητώ
και τότε συγκρούστηκα με τον εαυτόν μου.

(όταν η υπεροψία γίνεται κυρίαρχη )






"ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ"


Έχω κουραστεί κι εγώ, 
με εκείνα και με τ’ άλλα.
Πως απ’ εδώ και πως απ’ εκεί.
Ποιο είναι αυτό και ποιο το άλλο.
Κουράστηκα ν’ αναπολώ,
τα χρόνια τ’ άλλα.

Κι ας ήταν η ζημιά τρανή,
στα λόγια τα μεγάλα.

(Στοιχείο της εποχής τα λόγια τα μεγάλα)





"ΔΥΟ ΧΕΡΙΑ ΔΥΟ ΚΟΥΠΙΑ"

Γονάτισα μπροστά σου να πάρω μια κούπα νερό,
αλλά χάθηκες με τον ίδιο τρόπο που σ΄ είδα.

Δυο χέρια , δύο κουπιά
βρεχόντουσαν στα δροσερά νερά
κι έσκυψα να δω το πρόσωπο μου,
να καθρεφτίζεται.

Δεν το είδα,
χάθηκε μαζί με την βάρκα που κίνησε προς το πέλαγος,
μόνη της με δυο χέρια ,δύο κουπιά.
λησμόνησα .

(αφιερωμένο στην κόρη μου Δέσποινα)








"ΠΑΛΙΑ ΜΟΥ ΜΕΡΗ"

όπως παίζει ο καιρός, παλεύουν τα αισθήματα 
κι αν έγειρα την νύχτα αυτή,
με βρήκαν πλεύρια κύματα.

αν μέρευε, θα μέρευα

σφαλισμένος στο φυλλοκάρδι μου,
παλιά μου μέρη νοσταλγούσα.


(Οι αναμνήσεις επανέρχονται νοσταλγικά) 
Φωτογραφία Γρηγόρης Δάλλης








"ΚΑΡΕΚΛΕΣ ΚΑΙ ΤΡΑΠΕΖΙΑ" 

 Κάτι μου θυμίζει η εικόνα σας,
όλα όσα ξέχασα από εκείνες τις μέρες,
που ξέπνοα απόκαμα κάπου ν’ ακουμπήσω .

Και βρεθήκατε εσείς.
Τραπέζι για να γράψω
Καρέκλα να καθίσω.

Ίσως και να γύρω
γιατί χρειάστηκα, κάπου ν' ακουμπήσω 

(τα άψυχα αντικείμενα αποκτούν ζωή και εικόνα)





  

"ΣΚΟΝΗ ΚΑΙ ΛΑΣΠΗ" 

μ' ερωτεύτηκε η βρώμα και δεν μ' αφήνει, 
αλλάζει μορφές και με μπερδεύει. 
την μια φορά σκόνη,  
την άλλη φορά λάσπη, 
κι εγώ προβληματίζομαι ποια να διαλέξω.
τελικά θ' απαλλαγώ  κι από τις δυο, 

απέκλεισα την συμμετοχή μου.

(Η δουλειά στο ορυχείο αφήνει τ’ αποτύπωμα της)







"ΕΣΥ ΚΙ ΕΓΩ" 

πήρα ένα κομμάτι από σένα 
και το έπλασα 
κι όταν θέλησα να σ’ αντικρίσω,
φοβήθηκα.

δεν μου έμοιαζες 
κι εγώ σ' αρνήθηκα. 

ναι λυπάμαι 
κι όταν λυπάμαι, 
μπορώ να κοιτάξω στον εαυτό μου. 

ναι φοβάμαι τα μπορώ,
γιατί μου είναι αδύνατο να τα φτάσω.

ναι θυμάμαι.
γιατί ο πόνος,
ξυπνά τις αδυναμίες.

( ο καθένας έχει την ταυτότητα του και όταν το πρόσωπο αποκαλύπτεται μπορούν να ειπωθούν πολλές αλήθειες)


" ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΑΝ "

το χαμόγελο σου έμεινε, να μου θυμίζει την παρουσία σου.
αλλά εγώ κράτησα την ξεθωριασμένη φωτογραφία,  
να μου θυμίζει τα χρόνια  που πέρασαν πάνω μου.
μ’ αυτά έμεινα να μετρώ την αγάπη σου,
αλλά  δεν μπόρεσα, κουράστηκα.
(παρελθόν μη διαχειρίσιμο συναισθηματικά )





"Ο ΠΟΝΟΣ ΜΟΥ" 

έπιασα τον πόνο απ’ το αυτί 
και τον κοπάνησα κάτω, 
τον τσάκισα.
δεν μου το συγχώρησε,
μ’ άρπαξε για τα  καλά 
και δεν μ’ άφησε.

(ρεαλιστικό)







"ΤΑ ΓΗΡΑΤΕΙΑ"


Την άνοιξη μου, φύλαξαν τα γηρατειά
σ’ ανέμους να σκορπίσουν.
Μα δεν πρόκαμαν της μοίρας τα λεπτά,
για να χρονομετρήσουν.

«την  δύναμη σου στην πλώρη να χαρίσεις, να σκίζει τ’ απόρθητα οχυρά να μη παραμερίσει»






"ΑΝΟΙΞΗ"


Ας ήταν, 
Να χα στο προσκέφαλο την ομορφιά της,
να 'κανα έρωτα με τ’ άρωμα της
κι ας μ’ έπαιρναν σερνόμενο,
να με περάσουν σ’ άλλα μέρη.

με πανοπλία από τ' άρωμα σου
και φορεσιά τ’ ασπρολούλουδα σου,
δεν σκιάζομαι,
θα χω για ξιφολόγχη ομορφιά,
στ' άλλο χέρι.
να ‘μαι σε γνώριμα μέρη.

(ύμνος στην άνοιξη)

Φωτογραφία Βασίλης Χαιριστανίδης





«ΟΠΩΣ Τ’ ΑΦΗΣΑ»

τα χέρια κάτω από το σκέπασμα, 
το βιβλίο στο κομοδίνο με το φώς σβηστό.
παγωμένη ατμόσφαιρα, ο αέρας φυσομανάει, 
τα παραθυρόφυλλα βαράνε ρυθμικά, 
τα καλώδια στήσανε τον ροκ χορό τους, 
τα φύλλα στα δένδρα αγκάλιασαν τα πουλιά
η νυχτερινή μουσική έγινε δική τους.

κι εγώ συμφιλιώθηκα, έδιωξα τον θυμό μου
ζωγράφισα τα όνειρα μου.

το φως στο κομοδίνο το βρίσκω αναμμένο,
το σκυλί μου δίπλα στο πατάκι,
δυο χέρια στο μαξιλάρι. 
όλα όπως τ' άφησα, δεν εκπλήσσομαι.

(Ταραχώδης νύχτα που βρίσκει τις διεξόδους της για τον ταξιδιώτη που γύρισε απρόσμενα 
Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού






"ΤΡΙΚΥΜΙΑ"

με πήρε το κύμα 
και με πέταξε στα βράχια. 
χωρίς έλεος,
με κοίταξε στα μάτια.
μ’ έφτυσε κατάμουτρα, 
με αηδία. 
λες κι εγώ,
προκάλεσα την τρικυμία.

(Κατάσταση σοκ)






"ΣΗΜΕΡΑ"

Σήμερα μου μίλησαν σιγά στο αυτί,
δεν άκουσα,
απαίσια μυρωδιά έβγαινε από το στόμα τους
κι έστρεψα αλλού την προσοχή μου.

Σήμερα μου φόρεσαν κασκέτο δεν είχε ήλιο, 
δεν έκανε κρύο, 
αλλά τα χέρια τους ήταν παγωμένα.

Σήμερα μου έδεσαν τα μάτια, 
δεν έκλαψα δάκρυσα, 
αλλά αυτοί μου έδωσαν βρώμικο μαντήλι.

Σήμερα μου κλείδωσαν την πόρτα,
μα το κλειδί το χω εγώ,
φαίνεται ότι θα μου είναι άχρηστο πλέον.

(καθημερινοί βιασμοί που δεχόμαστε από την πληροφόρηση του τρόμου)




"ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΙ"

είχε τα μάτια στυλωμένα στο άπειρο ,
κοιτούσε έξω από το παράθυρο ακίνητη.
την παρατηρούσα,
σε κάθε κίνηση του χεριού της έκανε να πιάσει κάτι,
αλλά τελικά εγκατέλειπε την προσπάθεια.
τα μάτια της όμως παρέμεναν ακίνητα
κι εγώ προσπαθούσα να τραβήξω την προσοχή της.
αλλά μόνο τα χέρια της κινούσε ,
δεν έκανε άλλη προσπάθεια

και η δική μου έμεινε άκαρπη


(Η αδυναμία να συνδράμεις σε δεδομένη κατάσταση ανάγκης) 






"ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ "

πέρασε ο χρόνος κι άφησε αλύπητα τα ίχνη του.
στέκεις όμως εκεί να μετράς τις λαβωματιές σου,
όρθιο ν’ αντέχεις τις καταιγίδες που άγρια λυσσομανούν πάνω σου.
κι εγώ σου δίνω το χέρι μου να το ευλογήσεις,

να πάνε σωστά οι παρεμβάσεις μου. 

(Συναισθηματική φόρτιση) 

Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού


  


«ΠΟΛΗ»

    Η πόλη μόλις ξύπνησε μη σιγάτε τα νταούλια, να σηκωθούν αυτοί που  βαριά κοιμούνται. 


«ΘΗΛΙΑ»

  με σπρώχνουν η πηγαίνω μόνος, μάλλον της θηλιάς της είναι αδιάφορο.


« ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ»
Όταν έχω υποσχέσεις  εγώ βλέπω μόνο απειλές,  σκιάζομαι .

«ΣΚΥΛΙΑ»
Κοιτάζω τα σκυλιά που κοιμούνται στο σοκάκι, εκεί είναι η θέση μου θα πάρω από την ασφάλεια τους.


                            "ΔΕΥΤΕΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ"

Για την Ελλάδα ρε γαμώτο ,το ξανασκέφθηκα


                                     «ΑΥΡΙΟ»

ο αέρας έξω από το σπίτι λυσσομανάει, πόσο ακόμη να το υπομείνω προσμένοντας το αύριο.


                               «ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ»

μου είπαν ότι έχει κρύο αλλά εγώ ζεσταίνομαι, ζω με ψευδαισθήσεις.


                                 «ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ»
πόσο χρειάζεται για να χάσω το μυαλό μου; έχω σταθμίσει όλες τις δυνατότητες, αλλά ο καθρέφτης  με διαψεύδει.


                                   «ΜΙΚΡΟΒΙΑ»

κάθε φορά που πλένω τα χέρια μου βρίσκομαι σε διαμάχη με τα μικρόβια, δεν έχει νικητή ο αγώνας.

                                         « ΝΙΑΤΑ»

μ’ έσπρωξε κάποιος ,γυρίζω και βλέπω έναν γέροντα , μου θύμισε τα νιάτα μου.


                                   «ΣΗΜΑΙΑ»

  δεν μπορώ να σηκώσω σημαία, το βάρος της με συνθλίβει, ίσως να αγγίξω την άκρη της.


                                 «ΜΠΟΥΚΙΑ»

μού ’δωσαν μια μπουκιά αλλά δεν έφθασε, ζήτησα ολόκληρο ψωμί για τους υπόλοιπους αλλά δεν μ’ άκουσαν κι εγώ την επέστρεψα.


                                 «ΡΟΥΧΟ»

είχα ένα ρούχο, πήρα κι άλλο , μου άρεσε ακόμη ένα ,δεν φόρεσα κανένα τα προόριζα για το πλήθος αλλά δεν είχα τα μέτρα τους.



                                  «ΒΗΜΑ»

το βήμα μου είναι αργό αλλά το βλέπω σταθερό , γίνομαι  αποφασισμένος.




                                                    "ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ"

Μου είστε όλοι άγνωστοι,
αλλά σας γνωρίζω απ’ τα βήματα σας στο σοκάκι,
απ’ τις κουρασμένες ανάσες σας στην ανηφόρα, 
από τις δυνατές φωνές σας στο τραγούδι,  
από τα τρανταχτά γέλια σας στην παρέα. 
αλλά όλα αυτά δεν φτάνουν για να γνωρίσετε εσείς εμένα,
δεν σας πρόφθασα.

(Κώδικας επικοινωνίας υπάρχει παντού ιδιαίτερα όταν υπάρχει αναζήτηση)






"ΑΔΕΛΦΟΣ Η ΞΕΝΟΣ"

Σήμερα προσκάλεσα ένα περαστικό να καθίσει στο τραπέζι μου ,
τον αποκάλεσα ξένο αλλά νομίζω ότι είναι αδελφός μου, 
έχουμε τα ίδια αισθήματα. 




                        "ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΥΡΙΟ"


Σήμερα κοιμήθηκα αγκαλιά με την τηλεόραση, το ραδιόφωνο, το λάπτοπ, το τάμπλετ το κινητό και το τηλέφωνο.
αύριο σκέφτομαι να σηκώσω  εφημερίδες και  περιοδικά απ’ το περίπτερο.
Απορώ, γιατί νόμιζες ότι δεν έχω ενημέρωση. 




"ΜΕ 39 ΠΥΡΕΤΟ "

  Δωμάτιο 153. Με 39 πυρετό καταθέτω τα εμπύρετα συναισθήματα μου.

       Είναι μελαχρινή, όμορφη, με υπέροχα μάτια και ευγένεια στην φωνή.
Ίσως να της προτείνω για αύριο.
Αυτή πήρε τα σκεπάσματα, έβαλε το χέρι στο μέτωπο και αποχώρησε.

                                                               «ΚΑΡΔΙΑ»

Τον πόνο της καρδιάς τον είχα συνηθίσει αλλά του έδινα δικά μου γιατρικά
Αυτή τη φορά δέχθηκα βοήθεια που χε μεγάλη δόση ευσπλαχνίας.

                                «ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΟ»

Τις σειρήνες γενικά τις αποφεύγω, αλλά αυτή είχε εμένα αποδέκτη.
 Οξυγόνο καλό, πίεση καλή, τι ήθελε και κάθισε η νταλίκα στο στήθος.


                                                        « ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΜΕΡΑ»

Ήρθε η σημερινή μέρα , δεν έχει το χθες και το αύριο μου είναι άγνωστο.


                                                                                                                                      «ΒΙΒΛΙΑ»

Η επιλογή μου είναι ανάμεσα σε τέσσερα βιβλία,  μου είναι δύσκολο  αλλά πήρα το καλύτερο.


                               «ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΟ»

Σήμερα πήγα σπίτι κι έκοψα περυσινό τριαντάφυλλο ,το είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου.


                                             «ΕΥΓΕΝΕΙΑ»
Πόσο θ άθελα να μοιραστώ τα πάντα, αλλά με συγκράτησε η ευγένεια μου.



                                 «ΛΕΠΤΟΔΕΙΚΤΕΣ»

Αυτό το βράδυ δεν ξημερώνει ,οι λεπτοδείκτες μου χαρακώνουν το πρόσωπο.
                   

                                       «ΟΝΕΙΡΟ»

Το όνειρο είχε έκπληξη,  μ’ ανέβασε στην κορυφή να με τσακίσει στα βράχια, να μετρήσει τις αντοχές και με πέταξε για να δει αν έχω φτερά, αλλά εγώ τα βρήκα δανεικά.


                                           «ΔΥΟ»

Μ’ αρέσει να βουτώ στο σκοτάδι και να αναδύομαι στο φως της μέρας.
Ας ήταν όμως να μπορούσα να ξεχωρίσω τα δύο ,ούτε φως ούτε σκοτάδι.
                                       «ΠΟΡΤΟΦΟΛΙ»

Πήρα το πορτοφόλι πού χα ακουμπήσει στο κομοδίνο ,το ανοίγω μελετώ το περιεχόμενο,
θα την βγάλουμε και σήμερα σκέφθηκα.
                                         «ΙΧΝΗ»

για δες πως αποτυπώνονται στην Θάλασσα τα ίχνη τους, έστησαν παιχνίδι με την άπνοια.

   
                                    «ΕΞΟΔΟΣ»

Ζευγαρώνω τα δωμάτια όλη μέρα με τα βήματα μου αλλά έξοδο δεν βρίσκω μου έγινε δύσκολο, έξω έχει δροσίσει και ο χιονιάς καταπόδας.

                                       «ΦΙΛΟΙ»

Οι ακτίνες του ήλιου διεκδίκησαν το δικαίωμα να μπουν στο δωμάτιο. Κι εγώ απέκτησα καινούργιους φίλους εκ του μακρόθεν.

                                     «ΤΑΞΙΔΙ»

Όταν φίλοι μας διαλέγουν το μακρινό ταξίδι τα χαμόγελα με τα δάκρυα κάνουνε ταίρι. Κι αυτοί περιορίζονται για να κουνήσουν το χέρι τους συγκαταβατικά.

                                      «ΗΛΙΟΣ»

Μια βόλτα σήμερα παρέα με τον ήλιο μου ‘δωσε ανάσες πού ‘ψαχνα να πάρω δανεικές.

                                    «ΞΕΝΟΣ»

Ξένος , είναι αυτός που κάθεται στο τραπέζι στο κενό κάθισμα που άφησα για να τον αναγνωρίσω.

                                  «ΦΑΡΜΑΚΑ»

Χθες ήμουν εχθρός με τα φάρμακα, το οξυγόνο του βουνού αγαπούσα .Σήμερα έγινα φίλος μαζί τους υποκατέστησαν την ζωή μου.

                                     «ΛΥΣΕΙΣ»

Ψάχνω πρακτικές λύσεις, αλλά δεν μου χαρίζονται παραμένουν αδίστακτες.


  


«Ο ΦΟΒΟΣ ΦΥΛΑΕΙ ΤΑ ΕΡΜΑ»


Τον φόβο δεν τον κουβαλώ. 
τον κατάκτησα με το να τον κοιτώ στα μάτια.
το άγριο βλέμμα του  με καρφώνει σαν μαχαίρι,
αλλά εγώ κατέχω από πολεμικές τέχνες.

μάρτυς μου ο ίδιος,
τον κράτησα να καθρεφτίζομαι στις δυο πλευρές του.

κοιτώντας με να του χαμογελώ,
κι αυτός να μ’ αποστρέφεται.

(παιχνίδι με τον φόβο ,που χρειάζεται να μπορείς να τον κοιτάς κατάματα)





                          "ΤΣΑΚΙΣΜΕΝΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ"


μου αρέσει να χάνομαι στα βιβλία σου ,
πολλές φορές επανέρχομαι για να διαβάσω
και να ξαναδιαβάσω σελίδες που τις τσάκισα ,
να μου θυμίζουν ότι υπάρχω .

Στο φως του φεγγαριού έρχονται οι λέξεις
και στο ξημέρωμα γίνονται σελίδες, 
να γαληνέψουν την μέρα.
που θα ‘ρθει αγριεμένη.

ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο σου ζητώ,
                          για να κλέψω την τρυφεράδα της φιλίας σου.


(αφιερωμένο στην φίλη μου Ζώγια Μεταλλικιώτη)






«ΒΡΕ ΔΕΝ ΒΑΡΙΈΣΑΙ ΑΔΕΛΦΕ" 

το τζάκι να ναι καλά, με ξύλα την φωτιά να ταΐζει
κι αν μου λάχει ξαστεριά, την αποθήκη κάποιος θα γεμίζει.

πως έμεινα δίχως λαλιά, την μοίρα μου άλλος να ορίζει;

Φωτογραφία Τάσος Ορφανίδης

"ΛΙΓΟ ΙΧΝΟΣ ΝΤΡΟΠΗΣ"

τα καταφέρατε, είμαστε ήδη τρομοκρατημένοι.

χρειάζεται να τσαλακώσετε και τα παιδιά μας.




"ΝΙΦΑΔΕΣ ΧΙΟΝΙΟΥ"

Η ομορφιά δεν κρύβεται στο φόρεμα σου,
γίνεται σώμα αγκαλιάζει την γη,
μεταμορφώνεται σε νιφάδες χιονιού
και χαϊδεύει τα πρόσωπα.

έτσι απλά μοιράζει φιλιά,  
 μετά γίνεται σκέπασμα, 
για να καλύψει την γύμνια,
εκτεθειμένη στα βλέμματα,
που αδιάκριτα διοχετεύουν την προσοχή τους.

και συ απλώνεις διακριτικά το χέρι,
 αφήνεις το αποτύπωμα σου,

για να ταυτιστώ μαζί του.

(ερωτικό της προσδοκίας)






                      "ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΑΡΗΓΟΡΗΤΑ"


τα χρόνια δεν χωράνε σε θυρίδες  
και μείς βλέπουμε μικροί παρατηρητές
να χάνονται
και αναρωτιόμαστε
πόσα απ' αυτά γίνανε δικά μας
η τα ξοδέψαμε αφημένα να περιφέρονται στους αέρηδες
κοιτώντας πάντα προς βαρδάρη πλευρά.


(αφιερωμένο στην φίλη Πασχαλία Λαλίδου)







"ΠΕΤΡΙΝΑ ΣΟΚΑΚΙΑ "

Πόσο μ’αρέσει να κρύβομαι.
Λάθεψαν τα βήματα σε πέτρινα σοκάκια.
Άκουσα τις ιστορίες τους και πλανεύτηκα.
Χάθηκα στην ψυχή τους  και μαγεύτηκα.

Πόσο θέλω να ζεστάνω την καρδιά  μου
Μου λείπει η δυνατή φωτιά  

 Κάθε φορά  να διαβαίνω 
 πέτρινα σοκάκια σε ηπειρώτικο χωριό .


Την πέτρα να προσκυνήσω.
Τις πίκρες να γλυκάνω με πιότερη  χαρά.  
Κι αν στην σκιά της Αστράκα ανεβώ

Δεν θα ξεχάσω το δικό σου φυλαχτό.


 
Φωτογραφία Μαριάννα Τσίρτου


"Η ΣΚΑΛΑ "

Κάτι μου θυμίζει,
όταν σκαρφάλωνα για να φθάσω στον ουρανό
αλλά στην γη πατούσα.
Όταν κρεμόμουν απ’ τα χείλη σου,
μιας στάλας λόγια να αισθανθώ.
Όταν σ’ άκουγα να κρυφοκλαίς πίσω απ’ την πόρτα
κι εγώ λαχταρούσα.
Δεν θα το ξαναπάθω σου το ορκίζομαι,
έμεινα με την σκέψη σου

και τον θεό ζητούσα.

Φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος


"ΣΤΑ ΧΑΛΑΣΜΑΤΑ"


Στα χαλάσματα, τα συστατικά παλιά,
ούτε πωλούνται ούτε αγοράζονται
μήτε τιμή παλιά, μήτε νέα. 

Έρωτες, πάθη, λύπη, πόνος, χαρά, 
έχουν γεμίσει  το σακί των αναμνήσεων,
και το τετράδιο έχει ακόμη σελίδες αδιάβαστες. 

 Η αγάπη και ο έρωτας έχουν αγκαλιαστεί σφιχτά
και οι κλειδωνιές έχουν σφαλίσει,

 μήπως και ξεπορτίσουν τα μυστικά πάθη.

Φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος



       "Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ "


Όταν σκιάζεται η διαδρομή μου φαίνεται ότι,

όλων τα βλέμματα είναι κρυμμένα πίσω από τους θάμνους.

 μήπως είναι η εντύπωση μου αυτή;

πάντως όσο το παρατηρώ νιώθω

να μου επιτίθενται πολλά μάτια

να με αφουγκράζονται πολλά αυτιά



κι εγώ να προαισθάνομαι το αποτέλεσμα.







"ΚΑΡΕΚΛΑ"

αφέθηκα ν’ακουμπήσω πάνω σου, να γύρω λίγο κι όταν σε πιθυμήσω 
εσένα θα ευλογώ για την επόμενη φορά.
η πλάτη σου είναι αποκούμπι σαν κι αυτό που έχουμε για τα γεράματα,
αλλά και νιος θυμάμαι ήσουν η πρώτη μου κίνηση ,σε έπιανα με σεβασμό,
να μη σε χτυπήσω και σ’ακουμπούσα σταθερά στο πιο ασφαλές σημείο,
το απάγκιο μου.

εσύ με είχες καλοδεχούμενο .

Φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος


"ΜΠΑΛΚΟΝΙ"


 σε περιμένω λατρευτή μου να βγεις εκεί 
που όταν ξέπλεκες τα όμορφα μαλλιά σου,
σκάλα να φθάσω στην καρδιά σου είχα.
 και τώρα,

έμεινα μόνος στις αναμνήσεις,
ξέπνοα γυρίσματα του μυαλού.

Φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος



"ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ"


Δεν αντέχω άλλες εκπλήξεις
κι ο θυμός έχει αγωνία.
Είναι μια κόλαση νάσαι στην γωνία.
Να σε βαρούν να σε ξεσκίζουν και συ να επιμένεις.

Όχι δεν την αντέχω άλλο την ξενιτιά,
είμαι ξένος στον τόπο μου με άγρια πουλιά.
Ούτε να τα πιάσω μπορώ μα ούτε  να τα πλησιάσω,
οι φτερούγες τους σκιάζουν τις αποφάσεις μου.

Μ’ αφήνουν αβοήθητο πληγωμένο στην γωνιά μου,
λες και είναι αυτή η θέση που αγάπησα.
Μα δεν την διάλεξα, εκεί με όρισαν να σέρνομαι.
Δεν θέλω άλλες εξελίξεις ,είναι πικρές εκπλήξεις.

( η αγωνία του πρόσφυγα σε ξένο αφιλόξενο τόπο)





"ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΑ ΠΟΥΛΙΑ" 


Κι όταν τα παραθυρόφυλλα κτυπούν δυνατά,
κωδωνοκρουσίες με καμπάνες.
Αφύλαχτες διαβάσεις νεκρά σύνορα,
πεταμένα άχρηστα συρματοπλέγματα.

Οι φωλιές μένουν κρύες.
για την επόμενη φορά για άλλα πουλιά .


(Αναφορά στον μεταναστευτικό κύμα των προσφύγων)

Φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος

  

«ΛΕΣ ΠΩΣ» 

λες πως τα χέρια γίνανε κλαδιά ,
το φεγγάρι έγινε χριστουγεννιάτικο στολίδι,
το μαύρο έγινε φως,
λες πως η εικόνα φαντάζει αληθινή ,
στης νύχτας το σκοτάδι.

Φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος

«ΠΡΟΣΜΟΝΗ»

είναι δύσκολο κι όμως υποφερτό,
η προσμονή να γυροφέρνει την εξέλιξη
κι αυτή να αρνείται πεισματικά,

μέχρι να γίνει η έκπληξη.


Φωτογραφία Μπάμπης Τάσιος 






"ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΔΙΑΒΑΤΗΣ"

προσέχω τα πατήματα.
ξέρεις, έδιωξα το μαύρο απ’ τα μάτια,
είδα το φως πάλι σαν προσευχή.

βρέθηκα ξανά στο τούνελ .
όχι, δεν είναι απ’ απροσεξία.
δική μου η επιλογή για να βρω την αιτία.

κοιτώ μπροστά ,ευθεία
περίεργο μου φαίνεται 
της μέρας το φως

(για να ξεπεράσεις τις φοβίες σου πρέπει να τις αντιμετωπίσεις)

Φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος

 

"ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ"

 

είχα φοβηθεί, όταν πέρασα προχθές από το τούνελ,

είχα νιώσει την μοναξιά μου,να με σπρώχνει ανελέητα

κι εγώ κυνηγούσα  το φως της μέρας,

 

για να απελευθερωθώ  με τις αναπνοές μου.


«ΤΟ ΦΕΥΓΙΟ»


Δεν είναι ότι δεν μπορώ άλλο το φευγιό, είναι ότι κουράστηκα ν’ αναπολώ. 

Φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος




                    "Η ΦΥΛΑΚΗ ΜΟΥ "

Έχω φυλακίσει την ψυχή μου, σε στιγμιαίες αποδράσεις,
δεν είναι αρκετές οι αλυσίδες, που μ' έχουν φορέσει.
Την επανάσταση την κρατώ φυλαγμένη για μένα,
για να την μοιραστώ όταν έχω το κλειδί που θα ταιριάξει.


(Το γκράφιτι έχει μπει καλά στην ζωή μας και τα μηνύματα του μαχαίρια στην καρδιά )




"ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΛΙΜΑΝΙ "

Έτσι όπως με ταξιδεύει το κύμα,
να τ’ αγκαλιάσω θέλω.
να του  εμπιστευτώ τα μυστικά μου ,
εκεί που θα βρει το πρώτο λιμάνι.
 Κι αν δεν θα μου ταιριάξει, πάλι θα το ξαναβρώ.





"ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΜΕ ΤΟ ΚΥΜΑ "

Μήνας Νοέμβρης στην Θεσσαλονίκη.
Φεστιβάλ κινηματογράφου, λιμάνι, λαδάδικα,
πλατεία Αριστοτέλους ,Λευκός Πύργος
κάστρα ,παραλία ,βαρδάρης
δυτική Θεσσαλονίκη ,ανατολική Θεσσαλονίκη
ταβέρνες, μπαράκια καφέ, κινηματογράφοι, θέατρα
φεστιβάλ, συναυλίες, εκθέσεις, μουσεία.
Όλα μια πνοή ,όλα μια αγκαλιά.

Μ’ όλα θέλω να ανοίγω κουβέντες, μα πιο πολύ με το κύμα. 


(Φθινοπωρινή ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης)


Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού

"ΤΟ ΚΛΑΡΙΝΟ "

 

Ξεροσταλιάζω προσμένοντας,

σε ανυπόφορη πλήξη.

Κι όταν το ταξίδι είναι μακρινό,

εσένα συλλογιέμαι.

 μου θυμίζει το κλάμα σου.

 

Ο ήχος του, θεϊκή μελωδία.

Θα με σηκώσει απ’ την καρέκλα.

Θα κρατήσεις το μαντήλι γερά.


Κι εγώ θα ταξιδέψω.

 

Φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος

 

 

«ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ»


 


Κι όμως δεν στέκει μόνη της.


έτσι κοιμάται, ολόγυμνη.


με μόνη παρέα κάποιο αφηρημένο βλέμμα,


να πέφτει πάνω της σαν χάδι,


 ανιχνεύοντας τις λεπτομέρειες της.

Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού

  


 

"ΘΑΛΑΣΣΑ"

 

Έπαψα να την φοβάμαι.

Δεν με τρομάζει η γαλήνη της.

Μ’ έχει απορροφήσει η ομορφιά της.

 

(ύμνος στην θάλασσα)






«ΛΙΓΟΣΤΟ ΤΟ ΦΩΣ»

έδυσε ο ήλιος κι άφησε λίγο φως,
 
έμεινα μόνος με τη σκέψη,
στο γιατί και πως.

με φεγγάρι και ομίχλη, θάναι λιγοστό το  φως.





"ΒΡΟΧΕΡΗ ΜΕΡΑ" 

Βροχερή μέρα, γέμισαν τα σοκάκια,
 
πότισαν τα πόδια κι εμείς ακόμη τρέχουμε,
για να στραγγίσουμε, 

ότι απέμεινε από τον ιδρώτα μας.



"ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΙΝΟΎΡΓΙΟ ΜΟΥ ΦΙΛΟ"

Ένα τικ τακ, μια αποστροφή του βλέμματος.
Αυτός είναι ένας φίλος απ’ το πουθενά.
Ένας καινούργιος φίλος καθόλου ενοχλητικός.

Δεν δίστασε να καθίσει στο περβάζι μου.
Δεν δίστασε να κτυπήσει το παραθύρι.

το κάλεσμα του έγινε ουσιώδες,
μου ‘κλεισε το μάτι κι εγώ ανταποκρίθηκα.

                      (τα απλά πράγματα διαμορφώνουν ευεργετικά συναισθήματα



Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού


              

"ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ" 

Αναζητούσα το πρόσωπο σου,

εκεί, μέσα  στο πλήθος.
Με αιφνιδίασες με την προσοχή σου.
Οι άνθρωποι χάνονται, αλλά συναντιούνται.

τον χρόνο δεν μετρήσαμε καλά.


                   "ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ " 


Μπορείς να κρατηθείς πάνω μου.

θέλω να καθίσεις δίπλα μου, 

να κοιτάξουμε μπροστά,

μαζί όμως, όχι χώρια. 

στην ίδια κατεύθυνση. 

εκεί θα συναντηθούμε,

να χτίσουμε κάτι καινούργιο. 



στο σημείο που θ' ακούσεις την βροχή μια νύχτα.






"ΒΗΜΑΤΑ ΔΙΠΛΑ"

Βαριά γεράματα, σέρνουν τα βήματα διπλά.
Ο γέροντας, αναζητεί κάπου να πιαστεί ,δυσκολεύεται ,

"να ταν τα νιάτα δυο φορές", συλλογιέται.

ένα κάθισμα του προσφέρθηκε αλλά αυτός το παραμέρισε.
προσπέρασε αδιάφορα την ευγενική προσπάθεια.

Σκοτεινιασμένα μάτια, αρνούνται την στέρηση.
 

"Κόστος τα γηρατειά",  συλλογίστηκε.

( η ψυχολογία των γηρατειών)


Φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος



"ΤΟ ΚΑΛΑΘΙ ΤΟΥ ΨΑΡΆ¨" 


Τσιμπάει ;
μπα όχι το διαολεμένο,
λοξοδρόμησε.

Φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος


"ΓΕΦΥΡΙΑ"

δεν υπάρχει τόπος χωρίς γεφύρι,

η επαφή είναι το ζητούμενο.

Ιστορικό γεφύρι της Πλάκας ,Στέφανος Νούτσιας






          "ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ"


 η χαρά δεν ταξιδεύει αδιάφορα, 

η λύπη επιστρέφει

για να ξαργυρώσει τις αδυναμίες της.   

θαρρώ πως είναι σύμπτωμα. 

αρκετοί οι ζωντανοί ακόμη, που  αντέχουν!



"ΡΥΤΙΔΩΜΕΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ"

ρυτιδωμένες σκέψεις ,
πολλά τα ανείσπρακτα δάνεια τους που έχουν χαρίσει.
οι τόκοι των κόπων τους έχουν βαρύνει.



"ΑΠΟΔΡΑΣΗ"

Καλή είναι η θέα κι από δω ,
χάνομαι καλύτερα στις σκέψεις μου.
όταν βρήκα τι φοβάσαι, απέδρασες.
να γνωριστούμε ήθελα . 


 (τα δύσκολα μονοπάτια ενός χωρισμού, αφήνουν εκκρεμότητες)

Φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος



             "Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ"

το θέμα  με συνεπαίρνει,
την στιγμή αναζητώ.

το σημείο πλοκής βρίσκεται, 
εκεί ακριβώς, στο κλίκ!

(Η στιγμή που η φωτογραφία ταυτίζεται με την πραγματικότητα)

Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού

"ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ"

Πόση σκέψη χρειάζεσαι;
χάθηκαν στο μέτρημα  οι αποφάσεις.


"ΑΠΑΤΗΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ"

το νερό της βροχής, βρήκε ένα φύλο και το μάγεψε,

κάπως έτσι γνώρισε τις απατηλές στιγμές .



"ΎΨΟΣ 1,78"

όλα τ' άξια έχασα, μα ποιο πολύ το ύψος.
ζούσα με ένα όνειρο, μα μου το κόψαν ίσως.
να γίνω ψηλός, καμαρωτός, σαν θα μεγαλώσω
το ύψος ήταν 1,78, έλεγα κι άλλο θα ψηλώσω.

μα σαν καλομετρήθηκα, το ύψος 1,73,
πως μπόρεσα να κατεβώ, απ τα ψηλά στα τρία.

προσπάθειες πολλές έκανα ,τακούνι ψηλό να βάλω.
ν’ αφήσω  φουντωτό μαλλί, για λίγο παραπάνω.
μ' άφησαν όμως κι αυτά , μόδα και  ηλικία
όλοι μ’ απογοήτευσαν, μα ποιο πολύ η Λουκία.

τι το θελε να δει το φως, το ύψος να ζητήσει,
εγώ καλά σκεφτόμουνα, το είχα καλά κρατήσει.
ύψος 1,78 καμαρωτός και πάλι,
καλά κρυμμένο μυστικό, ο αγέρας θα το πάρει. 

πέντε πόντους έχασα, στον έρωτα  μεζούρα
άλλο κακό να μη μας βρει, στα γηρατειά καζούρα.

(αυτοσαρκασμός με αφορμή το ύψος αφιερωμένο στην κόρη μου Λουκία)





«ΠΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ»

Πόνος είναι, μαθηματική πράξη.
Γινόμενο που αλλάζει.

Είναι σαν να λέμε  πάνω, κάτω.


Έτσι, ποιο απλά, κατανοητά .


"ΠΡΩΙΝΟ Σ’ ΕΝΑ ΚΑΦΕ "


" είναι 10 ακριβώς",

όπως πάντα ο σερβιτόρος ευγενικός, σιγά  μου το θυμίζει.


"ΝΥΧΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ "

Λίγο χρόνο ακόμη τον ήθελα, όμορφη είναι η νύχτα το  καλοκαίρι.



     «ΣΤΡΩΜΕΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ»

στρωμένο τραπέζι για τρεις,
πατέρας, γιος, κόρη,
κάποιος λείπει.
κάποιος μπορεί να ‘ρθει.

(Απ’ το οικογενειακό τραπέζι συνήθως λείπει κάποιος και το σπίτι φιλόξενο)




"ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΑΝ"



Σκέφτομαι τα χρόνια που πέρασαν.

βράδιασε  πάλι.



Ας είναι, περιμένω  το φως της μέρας.





ΣΑΜΑΤΑΣ

από παντού υπάρχει σαματάς , με το στανιό κουμάντο.

την τύχη μου βρίζω κι εγώ, με τσαμπουκά φευγάτο.

"ΑΓΟΝΗ ΓΡΑΜΜΗ"

στο μικρό νησί, αντέχει ο καημός,

χώρια οι σκοτούρες και ο  ξέφρενος ρυθμός.


"ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ ΔΑΝΕΙΚΕΣ "

 θέλω να ξεκουμπώσω,
βαρέθηκα τα ρούχα τα στενά,
που την ανάσα μου ζορίζουν.
θέλω να ανοίξω τα φτερά,

να φύγω μακριά  με  δανεικές φτερούγες.

«ΠΑΛΙΕΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ»

την ησυχία μου  την εγκατέλειψα.
ψάχνω να συνδεθώ,
με τις καθημερινές ανάγκες
που λέγονται συνήθειες.


"ΤΟ ΧΩΡΙΟ"

Το χωριό έγινε ξένο ,το σπίτι μακρινό.
Λάφυρα γινήκατε ,πως να σας εγκαταλείψω.

 «ΔΙΑΖΥΓΙΟ ΑΠΟ ΤΣΙΓΑΡΟ»
  
κι όμως αυτό που πονά ποιο πολύ,
είναι το διαολεμένο το τσιγάρο,
μια τζούρα μου φτάνει.
 αλλά πάλι από την αρχή ;

(τις κακές συνήθειες δύσκολα τις αποχωρίζεσαι)



"ΕΙΝΑΙ ΑΤΙΜΗ Η ΡΥΤΙΔΑ" 

Είναι άτιμη η ρυτίδα,
μπορείς να την πεις γοητευτική,  
ίσως μαγευτική,
άλλο τόσο και τρομακτική.

όταν κάνει την επίσκεψη της έχει απαιτήσεις ,
άλλοι την μαγεύουν κι άλλοι την αποφεύγουν.

Είναι διαδρομή χωρίς σταθμαρχείο,
ημερολόγιο ημερών, εβδομάδων, μηνών,  χρόνων.

Όταν έρχεται βολεύεται, διχαλώνεται, πλάθει ιστορίες
σε παγιδεύει σε νοσταλγία, μακριά από μοναξιά. 

Το βέβαιο είναι ότι έρχεται για να μείνει,
χειροπιαστή απόδειξη.

(επηρεασμένο από το μυθιστόρημα της Ζώγιας Μεταλλικιώτη Θα βρεθούμε ξανά) 




"ΓΡΑΒΑΤΑ"


Τις γραβάτες μου τις έλυσα, μου περίσσεψαν, άλλαξα το ρούχο.


«ΑΣ ΕΙΝΑΙ»


Δύο η  ώρα τα μεσάνυχτα ,παρέα με το φεγγάρι.
Έστησα καρτέρι στο όνειρο, μα αυτό μου ξέφυγε και σήμερα.

«ΤΟ ΚΑΡΑΒΙ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ»


έχει μια τέχνη να πιάσει λιμάνι το καράβι,

τέλεια διαδικασία με γνώση και μεράκι, όχι από συνήθεια.







¨ΕΛΑ ΠΙΕΣ¨ 

έλα πιες ,δυο κούπες είναι αυτές, όποια θέλεις πάρε.
 κι αν η ζωή σε ποτίζει το δηλητήριο ,δεν σε φροντίζει άλλο το κολαστήριο.
σε πετάει, σε γελάει, το μεδούλι σου ρουφάει.
τι τα θες, λίγο ζωή με μπόλικη δόση αν έχει απ’ αυτό, ίσως πάρω για να βολευτώ.
αυτές τις μέρες που έχω ξεμείνει, λίγη ζωή και ας είναι δηλητήριο.




«ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΜΕΡΑ »

Δεν είναι δύσκολο να μετρώ και να ξανά μετρώ.

είμαι  ακόμη στην καινούργια μέρα. 





«ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΜΑΣ ΔΕΜΑ »

στα πράγματα του παλιού φυλαγμένα,
δεν βρίσκουμε χαμόγελα ούτε συγκινήσεις,
μόνο να μη τρομάξουμε από τις αναμνήσεις,
σαν σύρουμε με βία έξω το παλιό μας δέμα.

για αυτό ας μη ξεθάψω το παλιό,
τις αναμνήσεις δεν μπορώ ούτε να τις διαβάσω.

πάρε μια τζούρα απ’ το τσιγάρο, μόνο μία !
Δύσκολη κόλαση γύρω μας!





"ΠΟΝΑΩ"

πονάω, μόνο τα δάκρυα μου διαβάζω.

βρέχει σήμερα ,έχω παρέα.


 "ΚΑΛΕΣΜΑ"

Όταν ακούω το κελάηδισμα του, αιχμαλωτίζομαι.
διακρίνω κάλεσμα συνεχές, ερωτικό.
να’ σαι καλά άγνωστε!
 συγχώρα με που έκλαψα. 




«ΑΜΑΡΤΙΕΣ»


σ΄ ένα σεντούκι έκρυψα όλες τις αμαρτίες .


σε ακριβό τεφτέρι έγραψα, μη χάσω και καμία,
 κάθε φορά που τις μετρώ, δεν έχει απουσία .  

άλλη φορά μυρωδικά κι άλλη τα καλά της,

δεν είναι ροδοπέταλα, ούτε άρωμα από Κίνα,
παίζουν με τέχνη την ντροπή, σιμά στην προστυχιά,

ήρθε η στιγμή και ο καιρός να τα ονοματίσω

γιατί άλλοι μιλούν, για αμαρτίες,
μα εγώ μιλώ, μόνο για ιστορίες. 






ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΚΑΝΩ ΑΛΛΙΩΣ;"



Δεν μπορεί να μου κλέψει τις ωραίες μου στιγμές ! 

Δεν θέλω να διαγράψω τα όνειρα μου!





«ΚΑΥΓΑΣ ΓΙΑ ΔΥΟ»

Με δύο στήνεται ο καβγάς
άκυρη η παράσταση,  σχόλασε νωρίς.





«Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΕΣΙΑ  »




Συνήθως είναι δύσκολο να καταλάβεις,
πως η συνήθεια  παγίδα γίνεται, 
μα η καρδιά, δεν αντέχει την στασιμότητα. 
χρειάζεται μεράκι τα όνειρα να ζευγαρωθούν .

Παρέα  έχω μόνο την ομίχλη,
ζευγάρι τον συννεφιασμένο ουρανό.

και στην μακρινή μου ματιά, το καράβι σε σταθερή πλεύση.

 η τελευταία φορεσιά, η αποταμίευση μου.





 «ΈΝΑ ΠΟΤΟ ΜΟΥ ΕΜΕΛΛΕ»

Ένα ποτό μου έμελλε ,ψάχνω για απαντήσεις.
Αν είναι ο πάτος του στεγνός, η στέρεψε από λύσεις.

Γιατί αυτό κι εγώ φίλοι γινήκαμε, 
τα λέμε συχνά για μένα.


Γι αυτό την επιφάνεια προσέχω μη κατέβει.

Τον πάτο δεν τόνε μπορώ είναι βαθύ πηγάδι.


(επηρεασμένο από το μυθιστόρημα της Ζώγιας Μεταλλικιώτη Θα βρεθούμε ξανά)





"Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ Η ΦΙΛΙΑ"

Η δική μας η φιλία είναι άπιωτο ποτήρι.

Στέκει στις αναμνήσεις και λοξοκοιτάει
Τις ζυγίζει για να δει το βάρος τους
 μετά τις χωρίζει μία μία ,
άλλες για το καλάθι κι άλλες για σερβίρισμα .

έτσι είναι η φιλία άπιωτη κι ανόθευτη,

σαν το καθαρό ποτό του Θανάση
από την Γουμένισσα. 

(η φιλία μόνο καθάρια στέκεται ,αφιερωμένο στο καρδιακό μου φίλο Θανάση)




"ΚΡΑΥΓΕΣ"


Μου αρέσει   να αφήνω τις κραυγές ,στις πλούσιες σιωπές μου,

να βρουν το αδιόρθωτο της μοίρας μονοπάτι 

μου αρέσει να ζω το όνειρο,
 μη και χαθεί διωγμένο,

 στις θαλερές μου σκέψεις.


(επηρεασμένο από το μυθιστόρημα της Ζώγιας Μεταλλικιώτη , "Θα βρεθούμε ξανά")







"ΒΑΡΕΘΗΚΑ ΝΑ ΛΕΩ ΨΕΜΑΤΑ" 

Βαρέθηκα να λέω ψέματα.

Να αφουγκράζομαι την ανάσα τους,
πού ‘ρχεται καταπάνω μου, σαν εφιάλτης. 

Όχι, το ψέμα φέρνει ψέμα, δεν χωρατεύουν.

Το τέλος δύσκολο γίνεται, έχασα τον έλεγχο,

το λάθος δεν μοιράζεται το ενσωμάτωσα.   

(επηρεασμένο από το μυθιστόρημα της Ζώγιας Μεταλλικιώτη Θα βρεθούμε ξανά)






"ΚΡΑΥΓΕΣ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ"



Όταν ακούω την φωνή μου την αναγνωρίζω,
κουβαλά τα πάθη μου και θέλει να ξεφορτώσει,
σηκώνει νοερά τα πνεύματα να στήσουν τον χορό τους,
η μουσική ακούγεται  απ’ τα πουλιά απάνω ,
που στην κραυγή αναγνώρισαν της σιωπής το κλάμα.


"ΘΑΛΑΣΣΑ"
  
τον έρωτα πεθύμησα κι ας κάνει πως δεν βλέπει,
το κύμα της μόνιμη  αγκαλιά  χάδι της το  φιλί της,
να χάνομαι στην θάλασσα  όμορφη ξελογιάστρα.



"ΕΝΑΣ ΕΥΤΥΧΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ"

εμπεριέχεται στις συμβουλές των φίλων μου
«πρόσεχε να μη σε πάρει από κάτω»

είμαι ένας ευτυχής άνθρωπος.
την δυστυχία, δεν μπορώ να εκτιμήσω.

 ( για μια περιπέτεια)



ΣΑΝ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το ταξίδι αυτής της διαδρομής έφθασε στο τέλος του. Τα  δημιουργήματα αυτά χρονολογούνται από τον Απρίλη του  2014 μέχρι σήμερα. Περίοδος καθοριστική
για μένα, δημιουργική αλλά και με πολλές περιπέτειες.
Έχω αφήσει αρκετές εκκρεμότητες. Ελπίζω να μπορέσουμε να συναντηθούμε ξανά στο επόμενο ταξίδι, όταν θ’ ανοίξει το παραθύρι της επικοινωνίας μας.

Ευχαριστώ τους φίλους μου που μου δάνεισαν τις φωτογραφίες τους,  για  να ντύσω τα δημιουργήματα μου.Οι φωτογραφίες έδωσαν έμπνευση στην δημιουργία των ποιημάτων,γι αυτό τον λόγο συνδέονται με αυτά.
Ξεχωριστά αναφέρομαι στους:
Μιχάλη Ματζαβίνο, Χριστίνα Σαραφιανού,Θάνο Χαρίση, Γρηγόρη Δάλλη,
Μπάμπη Τάσιο,Μαριάννα Τσίρτου,Βασίλη Χαιριστανίδη & Στέφανο Νούτσια

Τάσος Ορφανίδης 













οπισθόφυλλο

 "ΕΝΑΣ ΕΥΤΥΧΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ"

εμπεριέχεται στις συμβουλές των φίλων μου
«πρόσεχε να μη σε πάρει από κάτω»
είμαι ένας ευτυχής άνθρωπος,
την δυστυχία δεν μπορώ να εκτιμήσω.

Τόσο λίγο ήθελα
για να φθάσω το όμορφο τριαντάφυλλο,

αλλά ένα αγκάθι πιο κάτω με σταμάτησε.

Οι καλές κουβέντες έχουν χαμόγελο

και οι καλές πράξεις ζωή

ISBN : 978-618-5140-09-0